Από την Ίριδα Κρέμερ – Συμβουλευτική Ψυχολόγος

Το διαζύγιο είναι ένα γεγονός που χωρίζει μια οικογένεια όταν υπάρχουν παιδιά.

Ανά τα χρόνια και σε εποχές που το διαζύγιο ήταν πολύ μεγαλύτερο κοινωνικό taboo και στιγμάτιζε ένα παιδί ως ‘παιδί χωρισμένων γονιών’, βλέπαμε και τους επιστήμονες αλλά και το κοινωνικό περιβάλλον να μιλάει συχνά για παραβατικές συμπεριφορές και δυσκολία προσαρμογής στο κοινωνικό σύνολο.

Σήμερα που το διαζύγιο είναι ένα σύνηθες φαινόμενο και πολύ πιο αποδεκτό κοινωνικά, οι πρόσφατες έρευνες παρουσιάζουν μια αρκετά διαφορετική εικόνα για τα παιδιά μας, από αυτή που όλοι πιστεύαμε ως τώρα.

Το 2002, η ψυχολόγος E. M. Hetherington, Πανεπιστήμιο της Βιρτζίνια, παρατήρησε στην έρευνα της ότι ο μεγαλύτερος αριθμός παιδιών βιώνει βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις όπως άγχος, θυμό, σοκ και δυσπιστία, τα οποία μειώνονται έως και παύουν να υπάρχουν σε διάρκεια δύο ετών από το διαζύγιο των γονιών τους και πολύ μικρός ο αριθμός των παιδιών που υποφέρουν μακροπρόθεσμα στη ζωή τους.

Το ίδιο αισιόδοξο μήνυμα για τις επιπτώσεις του διαζυγίου στη ζωή του παιδιού έδειξε και η έρευνα του κοινωνιολόγου Paul R. Amato, Πανεπιστήμιο της πολιτείας Πενσυλβάνια, 2001, όπου μελέτησε παιδιά διαζευγμένων αλλά και παντρεμένων γονιών σε διαφορετικές ηλικιακές φάσεις (παιδική ηλικία, προ-εφηβεία, εφηβεία), ως προς την σχολική τους απόδοση, τα ενδεχόμενα προβλήματα συμπεριφοράς, την ποιότητα συναισθήματος, τις κοινωνικές σχέσεις τους και την αυτό-εικόνα. Ελάχιστες, μικρές διαφορές βρέθηκαν ανάμεσα στις δύο ομάδες παιδιών, συμπεραίνοντας ότι τα παιδιά των χωρισμένων γονιών ξεπερνούν το διαζύγιο αρκετά γρήγορα και χωρίς πολλές “πληγές” στην πορεία.

Σημαντικό είναι να σημειωθεί  ότι τα παιδιά που οι γονείς τους χωρίσανε σε κλίμα διαμάχης και συνέχισαν να έχουν διαφωνίες και προβλήματα μεταξύ τους μετά το διαζύγιο, είχαν σοβαρό πρόβλημα να προσαρμοστούν στη νέα κατάσταση.

Οι διενέξεις των γονιών επιβαρύνουν τα παιδιά και τα δυσκολεύουν, όμως η έρευνα της η E. M. Hetherington και των συνεργατών της το 1985, έδειξε ότι τα παιδιά που βίωναν διαφωνίες και καβγάδες των γονιών τους πριν το διαζύγιο, προσαρμόστηκαν πολύ πιο εύκολα και γρήγορα στο χωρισμό σε σχέση με τα παιδιά που οι γονείς τους δεν είχαν ποτέ διαμάχες και φωνές μεταξύ τους κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Αυτό λειτουργεί σαν μια μεγάλη αλλαγή και σοκ στα παιδιά που μοιάζουν τελείως απροετοίμαστα και αιφνιδιάζονται από το γεγονός του χωρισμού, σε αντίθεση με τα παιδιά που βίωναν τις εντάσεις των γονιών τους και το διαζύγιο, σε πολλές περιπτώσεις, λειτούργησε ανακουφιστικά για εκείνα.

Τα διαζύγιο δείχνει να επηρεάζει πολύ περισσότερο τα παιδιά μέσω των γονιών που έχουν την επιμέλεια τους και ζουν μαζί τους, καθώς οι γονείς μπορεί να βιώσουν έντονο άγχος και μειωμένη διάθεση ή κατάθλιψη, έχοντας να αντιμετωπίσουν μια απώλεια αλλά και μία νέα καθημερινότητα. Άρα, η ποιότητα του συναισθήματος που προσφέρει ο γονιός που μεγαλώνει το παιδί σε καθημερινή βάση, μοιάζει να είναι πολύ πιο καθοριστική στην προσαρμοστικότητα του παιδιού στο διαζύγιο αλλά και στα προβλήματα συμπεριφοράς και συναισθήματος που το ίδιο θα εκδηλώσει στην πορεία της ζωής του.

Πως επηρεάζει το διαζύγιο των γονέων την ενήλικη ζωή του παιδιού;

Στο βιβλίο του John Kelly, ‘Better or for Worse: Divorce Reconsidered’, 2002, διαβάζουμε μια έρευνα της E. M. Hetherington που μελέτησε παιδιά χωρισμένων και παντρεμένων γονιών για 25 χρόνια στην ενήλικη ζωή και παρατήρησε ότι το 25% των ενηλίκων που οι γονείς τους είχαν χωρίσει στην παιδική τους ηλικία παρουσίασαν σοβαρά κοινωνικά, συναισθηματικά και ψυχολογικά προβλήματα, σε σύγκριση με ένα ποσοστό 15% των παιδιών από γονείς που παρέμειναν παντρεμένοι. Η διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων, ποσοστιαία, είναι μικρή, συμπεραίνοντας ότι εξίσου δύσκολα και με επιπτώσεις στη συμπεριφορά τους μπορεί να μεγαλώσουν και παιδιά από γονείς που δεν χώρισαν ποτέ.

Κανείς δεν γνωρίζει αν τα προβλήματα που δημιουργούνται στα παιδιά οφείλονται τελικά στο διαζύγιο των γονιών ή στην έλλειψη φροντίδας, αγάπης και σωστής διαπαιδαγώγησης προς αυτά από τους γονείς τους, παντρεμένους ή χωρισμένους.

 

Πηγή: Scientific American