Από την Ίριδα Κρέμερ – Συμβουλευτική Ψυχολόγος

Πρώτη μέρα της νέας σχολικής χρονιάς και ο νους μου ταξιδεύει σε εικόνες γονέων που συνοδεύουν τα παιδιά τους στην σχολική πόρτα ή περιμένουν στην στάση του σχολικού λεωφορείου για να αποχαιρετήσουν το παιδί τους και να του ευχηθούν καλή αρχή.

Κι επειδή κάθε αρχή και δύσκολη, δε μπόρεσα παρά να προσθέσω στην εικόνα κι εκείνα τα παιδιά που δυσκολεύονται να αποχωριστούν τους γονείς τους και κλαίνε γοερά, όταν τα παίρνει η δασκάλα στην τάξη ή κλείνει τη πόρτα πίσω τους ή συνοδός του σχολικού λεωφορείου.

Είμαι βέβαιη ότι δεν είστε λίγοι αυτοί που έχετε ακούσει τον όρο ‘Άγχος Αποχωρισμού‘. Ένα θέμα που αφορά όχι μόνο γονείς που ανησυχούν για την τόσο έντονη συναισθηματική φόρτιση που βιώνουν τα παιδιά τους όταν τους αποχωρίζονται, αλλά και για ενήλικες που με διαφορετικό τρόπο μεν αλλά με ίδια συναισθηματική φόρτιση δε, βιώνουν το άγχος και το φόβο κάθε φορά που αποχωρίζονται ένα δικό τους σημαντικό πρόσωπο.

Πότε όμως μιλάμε για διαταραχή στην παιδική ηλικία και πότε για ένα μεμονωμένο περιστατικό;

Το ‘Άγχος Αποχωρισμού’ παρατηρείται περισσότερο κατά την προσχολική ηλικία και είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι δε μπορούμε να μιλήσουμε για διαταραχή, όταν το παιδί παραπονιέται/συγχύζεται κατά την αποχώρηση από τον γονιό ή όποιον βασικό φροντιστή του με τον οποίον είναι δεμένος συναισθηματικά και νιώθει ασφάλεια, κατά το πρώτο έτος ζωής. Στο πρώτο χρόνο ανάπτυξης, τα παιδιά δεν έχουν ακόμη την δυνατότητα να νιώσουν ασφάλεια μόνα τους ή στην παρουσία ενός ‘ξένου’, πάντα βάσει των δικών τους κριτηρίων και όχι τι μπορεί να ορίσουν ως ‘ξένο’ οι γονείς ή κάποιος άλλος φροντιστής/συγγενής του παιδιού.

Ποιες είναι οι συμπεριφορές του παιδιού που πρέπει να κινήσουν τις «υποψίες» του γονιού ως προς την ψυχική υγεία του παιδιού τους;

Ένας από τους πιο βασικούς παράγοντες που διαμορφώνουν μια διαταραχή είναι η διάρκεια της συμπεριφοράς/κατάστασης κατά την οποία το άτομο θεωρείται μη λειτουργικό. Στα παιδιά θα μιλήσουμε για διαταραχή του ‘Άγχους Αποχωρισμού’ μετά τις 4 συνεχόμενες εβδομάδες που παρουσιάζονται οι παρακάτω συμπεριφορές:

  • Το παιδί έχει άρνηση να απομακρυνθεί από το γονιό, ή όποιο άλλο σημαντικό άνθρωπο με το οποίο είναι συναισθηματικά δεμένο και ανεξαρτήτως αν βρίσκεται σε οικείο περιβάλλον (π.χ. σπίτι, σχολείο) αρνείται να μείνει μόνο του.
  • Ανησυχεί έντονα για την κατάσταση υγείας των γονέων του, όπως επίσης για το αν τους έχει συμβεί κάποιο ατύχημα ή ένα γεγονός που θα τους απομακρύνει (π.χ. απαγωγή, αρρώστια) και γι’ αυτό έχουν έντονη και πεισματική επιθυμία να γνωρίζουν την κατάσταση αλλά και τοποθεσία του γονέα ανά πάσα στιγμή μέσα στην ημέρα.
  • Αντίστοιχα το παιδί ανησυχεί και για τον εαυτό του, δηλαδή μήπως συμβεί κάποιο γεγονός που το εμποδίσει από το να βρίσκεται κοντά στον γονέα (π.χ. απαγωγή, αρρώστια, ατύχημα).
  • Πολύ συχνά βλέπουμε παιδιά που πάσχουν από ‘Άγχος Αποχωρισμού’ να μην μπορούν να κοιμηθούν χωρίς την παρουσία του γονέα (ή σημαντικού άλλου) ή να αρνούνται να απομακρυνθούν από αυτούς με αποτέλεσμα να κοιμούνται μαζί. Χαρακτηριστικό είναι δε, ότι οι φόβοι για το σκοτάδι και η αίσθηση ότι κάποιος τα κοιτάζει μέσα στο δωμάτιο/βρίσκεται μέσα στο δωμάτιο τους, είναι έντονη, καθώς επίσης έχουν παρατηρηθεί και εφιάλτες κατά τους οποίους τα παιδιά βλέπουν επαναλαμβανόμενα σενάρια αποχωρισμού από τους γονείς.

Κάποια παιδιά εκδηλώνουν το άγχος και το φόβο τους μόνο κατά την απομάκρυνση από τους γονείς, ενώ κάποια άλλα εκφράζουν αγωνία και δυσφορία μόνο στη σκέψη ότι θα αποχωριστούν το γονέα χωρίς να υπάρχουν άμεσα σχέδια απομάκρυνσης του ενός από του άλλου.

Κατά τον αποχωρισμό το παιδί μπορεί να παρουσιάσει τάση προς απομόνωση, απάθεια, στεναχώρια και δυσκολία συγκέντρωσης στα μαθήματα ή το παιχνίδι. Μπορεί να αρνείται πεισματικά να πάει σχολείο, το οποίο μπορεί να βλάψει την ανάπτυξη των κοινωνικών του σχέσεων και να φέρει μοναξιά, καθώς και δυσκολίες στην σχολική παρακολούθηση και επίδοση. Επίσης, υπάρχουν παιδιά που εκδηλώνουν επιθετικότητα σε όποιον συμβάλει στο να αποχωριστούν τους γονείς/φροντιστές τους.

Είναι πολύ φυσιολογικό ένα παιδί με αυτή τη διαταραχή να μοιάζει απαιτητικό, καθώς αποζητά και διεκδικεί διαρκώς την προσοχή, κάτι που μπορεί να προκαλέσει την σωματική και ψυχική κούραση των γονέων, καθώς και προβλήματα στην οικογένεια.

Το άγχος και ο φόβος μπορεί να μειωθούν και να επανέλθουν, όμως στην εφηβεία σπάνια βλέπουμε να συνεχίζουν. Τα περισσότερα παιδιά ξεπερνούν το άγχος αυτό πριν την ενήλικη ζωή.

Αίτια

Η αλλαγή σχολείου, η έναρξη σχολικής ζωής, η μετακόμιση σε νέα γειτονιά/σπίτι, τα νέα/μη οικεία πρόσωπα, ο προσωρινός αποχωρισμός από γονέα/φροντιστή, ή η απώλεια συγγενή ή κατοικίδιου, είναι καταστάσεις που πυροδοτούν το άγχος των παιδιών και τον φόβο εγκατάλειψης που ενδεχομένως να νιώσουν, ένα συναίσθημα αναπτυξιακά ασύμβατο μετά το πρώτο έτος ζωής τους.

Θεραπεία

Η αντιμετώπιση του ‘Άγχους Αποχωρισμού’ στην παιδική ηλικία έγκειται στην συνεργασία γονιού-ψυχολόγου αλλά και στην συνεργασία γονιού-παιδιού, καθώς ο γονιός είναι αυτός που θα δώσει την ασφάλεια που χρειάζεται το παιδί και τον σωστό τρόπο σκέψης ώστε να κατανοήσει ότι ο αποχωρισμός δε σημαίνει ούτε εγκατάλειψη από τον γονέα, αλλά ούτε και αδυναμία να λειτουργήσει αυτόνομα ως μονάδα.

Δώστε το χρόνο και την ασφάλεια που απαιτείται μέσα από την αγάπη, την τρυφερότητα και την επιβεβαίωση στο παιδί σας αλλά κυρίως την συνέπεια του λόγου σας μέσα από τις υποσχόμενες πράξεις σας, ώστε να κατανοήσει ότι θα είστε εκεί κυριολεκτικά και μεταφορικά όταν εκείνο νιώσει την ανάγκη σας σε μια δύσκολη για εκείνο στιγμή.

 

Πηγή: www.lifemade.gr